Vokabular am 10.09.2021

GriechischZusatz1/ FuturZusatz2/ AoristZusatz3/ PerfektDeutschFremdwortWortartLektionGWSK-pK-PlV2
ἀγαθός, ή, όνἀγαθή, ἀγαθόν  tüchtig, gut, vorteilhaftAgatheDA1_aozl04-01*100ἀγαθός
ἀμείνων, ἄμεινον ἄριστος, η, ονKomp. zu ἀγαθός tüchtigerAristokratieDA2_3_onzl08-DA31p1136ἀμείνων
τὸ ἄγαλμα, ατος   Statue, GötterbildBarometer, BarDS3zl23-Q200ἄγαλμα
ἀγανακτέωἀγανακτήσω usw.  aufgeregt, unwillig sein KT2yPlPhaid1152,1033ἀγανακτέω
ἀγαπάωἀγαπήσωἠγάπησα
ἠγαπήθην
ἠγάπηκα
ἠγάπημαι
zufrieden sein, liebenAgapemahlKT2_azl09-01*3p1538ἀγαπάω
ἡ ἀγγελία, ας s. ἄγγελος Botschaft, Nachricht DS1zPlKrit43α4037ἀγγελία
ἀγγέλλω
< λ-Ø-ω
ἀγγελῶ
ἀγγελθήσομαι
ἤγγειλα
ἠγγέλθην
ἤγγελκα
ἤγγελμαι
melden, berichtenEngelKT4_lzl11-SFK1400ἀγγέλλω
ἄγγελος, ου s. ἀγγέλλω BoteEngelDS2_o_mlD400ἄγγελος
ἀπαγγέλλω
< λ-Ø-ω
ἀπαγγελῶ
ἀπαγγελθήσομαι
ἀπήγγειλα
ἀπηγγέλθην
ἀπήγγελκα
ἀπήγγελμαι
melden, berichtenEngelKT4_lyPlPhaid58δ4027ἀπαγγέλλω
εἰσαγγέλλω
< λ-Ø-ω
εἰσαγγελῶ
εἰσαγγελθήσομαι
εἰσήγγειλα
εἰσηγγέλθην
εἰσήγγελκα
εἰσήγγελμαι
melden, anmeldenEngelKT4_lzl20-294p060εἰσαγγέλλω
τὸ εὐαγγέλιον, ου s. ἀγγέλλω Geschenk/ Opfer (für gute Botschaft)EvangeliumDS2zXenHell1.6.354p100εὐαγγέλιον
παραγγέλλωπαραγγελῶ
παραγγελθήσομαι
παρήγγειλα
παρηγγέλθην
παρήγγελκα
παρήγγελμαι
bekannt machen; befehlen KT5_λλzl23-184p1028παραγγέλλω
τὸ παράγγελμα, τος   Ankündigung, Befehl DS3_3_tyl32-02400παράγγελμα
ἡ ἀγορά, ᾶς a-Dekl. purum Marktplatz DS1_a_f_purzl02-S04* 500ἀγορά
ἀγορεύω
√ ἀγορευ-// Ϝεπ- // Ϝερε-/ Ϝρη-
ἐρῶ
ῥηθήσομαι
εἶπον
ἐρρήθην
εἴρηκα
εἴρημαι
öffentlich reden; sagen KT5-3zl07-03*5p0528ἀγορεύω
ἀντιπροσαγορεύω s. προσγορεύω wieder anreden, zurückgrüßen KT1zl07-04500ἀντιπροσαγορεύω
καταγορεύω
√ ἀγορευ-// Ϝεπ- // Ϝερε-/ Ϝρη-
κατερῶ
καταρηθήσομαι
κατεῖπον
κατερρήθην
κατείρηκα
κατείρημαι
öffentlich reden; sagen, anzeigen KT5-3zl20-185p060καταγορεύω
κατηγορέω (τινός)κατηγορήσω usw.s. ἀγορεύω jdn. anklagenkategorischKT2_ezl13-025p110κατηγορέω
κατηγορία, ας s. κατηγορέω Anklage DS1_a_fzl13-05500κατηγορία
προαγορεύω
√ ἀγορευ-// Ϝεπ- // Ϝερε-/ Ϝρη-
προερῶ
προρηθήσομαι
προεῖπον
προερρήθην
προείρηκα
προείρημαι
vorhersagen; öffentlich bekanntmachen KT5zl22-03500προαγορεύω
προσγορεύω
√ ἀγορευ-// Ϝεπ- // Ϝερε-/ Ϝρη-
προσερῶ
προσρηθήσομαι
πεοσεῖπον
προσερρήθην
προσείρηκα
προσείρημαι
anreden, ansprechen KT1zl07-03*5028προσαγορεύω
σκέπτομαι Mσκέψομαι ἐσκεψάμην ἔσκεμμαιbetrachten, überlegen, prüfenSkepsisKT3_τzl12-055p020σκέπτομαι
ἀγροίκωςAdv s. ἀγρός & οἷκος bäuerlich, ungehobelt Advzl07-07600ἀγροίκως
ὁ ἀγρός, οῦ   Acker, FeldL ager, "Acker"DS2_o_mzl07-07*6p040ἀγρός
ἄγω
im Aor.ΙΙ Redupl.
ἄξω
ἀχθήσομαι
ἤγαγον
ἤχθην
ἦχα
ἦγμαι
führen, treiben, marschieren; fortführen, vertreibenL agoKT3_gzl07-14*7027ἄγω
ἡ ἀγωγή, ἡς s. ἄγω (Heim-)Führung; Erziehung PädagogeDS1Pl.Ep.VII,323d7p140ἀγωγή
ἀνάγω
im Aor.ΙΙ Redupl.
ἀνάξω
ἀναχθήσομαι
ἀνήγαγον
ἀνήχθην
ἀνῆχα
ἀνῆγμαι
hinaufführen; zurückführen; M/P in See stechenL agoKT3_gzl23-267p090ἀνάγω
ἀπάγωἀπάξω
ἀπαχθήσομαι
ἀπήγαγον
ἀπήχθην
ἀπῆχα
ἀπῆγμαι
wegführen KT3yPlPhaid60α7028ἀπάγω
διάγω   hindurchführen, vollführen; seine/die Zeit verbringen KT3zl07-14*7037διάγω
παράγω s. ἄγω vorbeiführen;
intr. vorbeigehen
 KT3zl10-13700παράγω
περιάγω
im Aor.ΙΙ att.Redupl.
περιάξω
περιαχθήσομαι
περιήγαγον
περιήχθην
περιῆχα
περιῆγμαι
herumführen L agoKT3_gzl21-257p070περιάγω
προάγω
im Aor.II att.Redupl.
προάξω
προαχθήσομαι
προήγαγον
προήχθην
προῆχα
προῆγμαι
hervorbringen; vorwärtstreiben, befördern KT3L04-29700προάγω
ὁ ἀγών, νος s. ἄγω treiben, führen Versammlung; Wettkampf; ProzessAgonie, AntagonismusDS3zPlKrit45γ8038ἀγών
συναγωνίζομαισυναγωνιοῦμαισυνηγωνισάμηνσυνηγώνισμαιmitkämpfen KT3zzDiod13,978zt040συναγωνίζομαι
ὁ ἀδελφιδοῦς, οῦ <έο- s. ἀδελφός Neffe, Bruder-/Schwestersohn DS2Pl.Ep.VII,327e9p160ἀδελφιδοῦς
ὁ ἀδελφός, οῦ    BruderPhiladelphiaDS2_o_mzl13-05900ἀδελφός
ᾄδω/ ἀείδω ion. ᾄσομαι/ ἀείσομαιᾖσα/ ἤεισα
ᾔσθην
./.
ᾖσμαι
singen; besingen, preisenvon ἡ ᾠδή OdeKT3ep.HoHy610ep0330ᾄδω
ἀοιδή, ῆς ep./ ᾠδή s. ἀείδω singen Gesang, LiedOdeDS1ep.HoHy610ep030ἀοιδή
ἐπᾴδω, ion. ἐπαείδωἐπᾴσομαιἐπῇσα./.jdm. Etw. zusingen, bezaubern KT3yPlPhaid114δ10,0031ἐπᾴδω
τραγικός, ή, όν s. τραγῳδία (bockartig), tragisch DA1yPlPhaid115α10,0032τραγικός
ἄημι < ἄ-Ϝη-μι ep.Part.Pl. ἄεντες  wehen' KA2ep.HoHy610,1ep030ἄημι
ἡ προσῳδία, αςτῆς προσῳδίαςs. πρός Zusingen, Vortrag DS1_a_f_purL0010,100προσῳδία, ας
ἄθλιος, ον (2)   zum Kampf gehörig, elendAthletDA1_aozl10-151100ἄθλιος
τὸ ἆθλον, ου s. ἄθλιος mühselig Wettkampf;
(Kampf-)Preis
AthletDS2yPlPhaid114δ11,0031ἆθλον
ἁθροίζωἁθροίσωἥθροισα./.versammeln, sammeln KT3zXenHell1.6.2412p090ἁθροίζω
ἁθρόος, η, ον s. ἁθροίζω dichtgedrängt, versammelt DA1zXenHell1.6.2412p090ἁθρόος
ὁ αἰγιαλός, οῦ   Strand, Gestade DS2zl23-2312,100αἰγιαλός
αἰδέομαιαἰδέσομαιᾐδέσθηνᾔδεσμαιScheu, Ehrfurcht empfinden KT2zl25-211300αἰδέομαι
αἰδοῖος, η ον (3) s. αἰδώς, οῦς Scham verschämt, schüchtern; ehrwürdig, achtbar DA1ep.HoHy613ep030αἰδοῖος
ἡ αἰδώς, οῦς s. αἰδέομαι Scheu, Scham, Ehrfurcht DS4_3_oszl25-211300αἰδώς
ἐλευθερόωἐλευθερώσω usw.s. ἐλεύθερος frei befreien KT2yPlPhaid114β14p1231ἐλευθερόω
ἐπαινέωἐπαινήσωἐπῄνησα
ἐπῄνήθην
ἐπῄνηκα
ἐπῄνημαι
loben, billigen KT2L02-1915p110ἐπαινέω
ὁ ἔπαινος, ου ἐπαινέω Lob DS2zPlKrit47α15039ἔπαινος
αἱρέω √αἱρη-, αἱρε-, ἑλ- < √ (σ)ελ- αἱρήσω
αἱρεθήσομαι
εἷλον
ᾑρέθην
ᾕρηκα
ᾕρημαι
nehmen, ergreifen, fangen
M sich nehmen, wählen
HäresieKT5zl19-1416p0539αἱρέω
ἡ ἀναίρεσις, εως s. ἀναιρέω Aufheben, Aufnehmen; Wegnehmen, Vernichtung DS3zXenHell1.6.3816p100ἀναίρεσις
ἀναιρέω
√αἱρη-, αἱρε-, ἑλ-
ἀναιρήσω
ἀναιρεθήσομαι
ἀνεῖλον
ὰνῃρέθην
ὰνῄρηκα
ὰνῄρημαι
aufnehmen; zerstören; (Lose aufnehmen:) weissagen KT5zl23-151600ἀναιρέω
ἀνέχομαι
√ σ(ε)χ-> ἑχ- > ἐχ-// (σ)ι-σχ- > ἴσχ-
ἀνέξομαι/ ἀνασχήσομαιἠνεσχόμηνἠνέσχημαι
.
aushalten, ertragen KT3zl08-07*16p150ἀνέχομαι
ἀνέχω
√ σ(ε)χ-> ἑχ- > ἐχ-// (σ)ι-σχ- > ἴσχ-
ἀνέξω/ ἀνασχήσωἀνέσχονἠνέσχηκα
ἠνέσχημαι
.
emporhalten; zurückhalten; intr. emporragen; aufhören; M aushalten, ertragen KT3zl08-07*16p090ἀνέχω
ἡ ἀφαίρεσις, εως s. ἀφαιρέω wegnehmen Entziehung, Wegnahme DS3zPlKrit45γ16p0238ἀφαίρεσις
διαιρέω √αἱρη-, αἱρε-, ἑλ- < √ (σ)ελ- διαιρήσω
διαιρεθήσομαι
εἷλον
διῃρέθην
διῄρηκα
διῄρημαι
trenne; (ein)teilen; entscheiden; M deuten KT5zXenHell1.7.2316p120διαιρέω
ἐξαιρέω
√ αἱρε-, αἱρη- / ἑλ- 
ἐξαιρήσω
ἐξαιρεθήσομαι
ἐξεῖλον
ἐξηρέθην
ἐξῄρηκα
ἐξῄρημαι
herausnehmen, -reißen KT5yl32-241600ἐξαιρέω
αἴρω < ἄρØωἁρῶ
ἀρθήσομαι
ἦρα
ἤρθην
ἦρκα
ἦρμαι
hochheben KT4_ρ_jzl05-10*17p090αἴρω
ἀπαίρω s. αἴρω aufheben (den Anker); aufbrechen, wegsegeln KT4_r_j,3zl08-011700ἀπαίρω
ἀπαίρω < ἄρØωἁπαρῶ
ἀπαρθήσομαι
ἀπῆρα
ἀπήρθην
ἀπῆρκα
ἀπῆρμαι
absegeln, aufbrechen KT4_ρ_jzXenHell1.6.2417p090ἀπαίρω
ἐπ-αίρω
< αρØω
ἐπ-αρῶ
ἐπ-αρθήσομαι
ἐπ-ῆρα
ἐπ-ήρθην
ἐπ-ῆρκα
ἐπ-ῆρμαι
emporheben, M für sich erheben, auf sich laden KT4_r_j,2yl30_021700ἐπαίρω
ἡ ἄρσις, εως3.Dekl.ι-Stamm  Hebung DS4_3_iL0017,100ἄρσις, εως
αἰσθάνομαι Μ
< αἰσθ-άν-ω
√αἰσθη-/αἰσθ-
αἰσθήσομαιᾐσθόμηνᾔσθημαιwahrnehmen, bemerken, empfindenÄsthetikKT3_ανzl11-1118030αἰσθάνομαι
αἰσχρός, ά, όνΚomp.: αἰσχίων, ονSuperl. αἴσχιστος|| καλόςschändlich, schimpflich; scheußlich; hässlich DA1zl25-2219p0937αἰσχρός
ἡ αἰσχύνη, ης s. αἰσχύνομαι Scham, Schande DS1Pl.Ep.VII,327e19p160αἰσχύνη
αἰσχύνωαἰσχυνῶ
αἰσχυνθήσομαι
ᾔσχυνα
ᾐσχυνθην
ᾔσχυγκα
ᾔσχυμμαι
schänden, beschämen;
MP sich schämen, scheuen
s. αἰσχρός schändlich, scheußlichKT4_nzl15-0419p0336αἰσχύνω
αἰτέωαἰτήσω
αἰτηθήσομαι
ᾔτησα
ᾐτήθην
ᾔτηκα
ᾔτημαι
bitten, fordern KT2zl11-06*2000αἰτέω
ἡ αἰτίατῆς αἰτίας  Schuld, Ursache, Grund; BeschuldigugÄtiologieDS1_azl08-03*20p110αἰτία
αἰτιάομαι Μ Fut.: αἰτιάσομαιs. αἰτία beschuldigen KT2yl32-9920p100αἰτιάομαι
τὸ αἴτιον, ου s. αἴτιος, α, ον Ursache DS2_o_nzl19-1820p050αἴτιον
αἴτιος, αἰτία, αἴτιον(τινός)  schuld (an etwas)  DA1zl12-082000αἴτιος
ἀναίτιος, ον (2) s. αἴτιος, α, ον unschuldig DA1zXenHell1.7.2420p120ἀναίτιος
ἐπαιτιάομαι Μἐπαιτιάσομαιs. αἰτία Gründe vorschützen; beschuldigen KT2Pl.Ep.VII,327e20p160ἐπαιτιάομαι
ᾐτιασάμην 1.Sg.Ind.Aor v. αἰτιάωs. αἰτία ich beschuldigte, warf vor KT2zl08-092000ᾐτιασάμην 
αἰχμάζω s. αἰχμή Lanze (als Söldner) kämpfen KT3_ζzl09-112100αἰχμάζω
ἀκολουθέω τινίἀκολουθήσωἠκολούθησαἠκολούθηκαfolgen, jdn. begleiten, gehorchenAnakoluthKT2_ezl17-0122p0439ἀκολουθέω 
ὁ ἀκόλουθοςτοῦ ἀκολούθουo-Dekl. m. Begleiter, DienerAnakoluthDS2_o_mzl06-05*2200ἀκόλουθος
ἐπακολουθέω τινίἐπακολουθήσωἐπηκολούθησαἐπηκολούθηκαnachfolgen; sich anschließen an; sich richten nachAnakoluthKT2_ezl17-0122p0428ἐπακολουθέω 
ἀκοντίζωἀκοντιῶ usw.s. ἀκόντιον den Wurfspeer werfen KT3zl24-3722,100ἀκοντίζω
ὁ ἀκοντιστής, οῦ τὸ ἀκόντιον Wurfspieß Speerschütze DS1zl24-2122,100ἀκοντιστής
ἡ ἀκοή, ῆς s. ἀκούωἐξ ἀκοῆς vom HörensagenGehör, Gerücht DS1yPlPhaid61δ23030ἀκοή
ἀκούω τί τινος
im Perf: att.Redupl.
ἀκούσομαι
ἀκουσθήσομαι
ἤκουσα
ἠκούσθην
ἀκήκοα
ἤκουσμαι
etw. von jdm. hören; auch τινός etw./ jmd. (an)hörenAkustikKT1_arzl05-06*23p050ἀκούω
διακούωδιακούσομαιδιήκουσαδιακήκοαbis zu Ende hören; genau anhören KT1L04-702300διακούω
προσακούω
im Perf: att.Redupl.
προσακούσομαι
προσακουσθήσομαι
προσήκουσα
προσηκούσθην
προσακήκοα
προσήκουσμαι
noch dazu (obendrein) hörenAkustikKT1_arzl25-222300προσακούω
ὑπακούω τινί/τινός
im Perf: att.Redupl.
ὑπακούσομαιὑπήκουσαὑπακήκοαauf jdn. hören, anhören, gehorchen; dieTür öffnenAkustikKT1_arzPlKrit43α23p1528ὑπακούω
ἀκριβής, ές (2)   genau, sorgfältigakribischDA3zl16-1524p0327ἀκριβής
ἀλγεινός, ή, όν s. τὸ ἄλγος Schmerz schmerzlich; leidendNostalgieDA1yPlPhaid60γ25,1028ἀλγεινός
ὁ ἀλεκτρυών, όνοςἡ ἀλεκτρύαινα Huhns. ἀλέξω abwehren Hahn ΚΤ3yPlPhaid118α25,1036ἀλεκτρυών
ἁλίσκομαι < Ϝαλ-ισκ-ἁλώσομαιἕαλωνἑάλωκαgefangen/ überführt werden KT2zPlKrit43γ26037ἁλίσκομαι
ἀναλίσκω/ ἀναλόω
aktiv zu ἁλίσκομαι
ἀναλώσω
ἀναλωθήσομαι
ἀνήλωσα
ἀνηλώθην
ἀνήλωκα
ἀνήλωμαι
verbrauchen, aufwenden; vergeuden KT2zPlKrit43γ26p1537ἀναλίσκω
ἡ ἀνάλωσις, εως s. ἀναλίσκω Aufwendung, Ausgabe DS3zPlKrit47α26039ἀνάλωσις
ἐνάλλομαι Mἐναλοῦμαιἐνηλάμην./.hineinspringen KT4zl24-4326,100ἐνάλλομαι
ἀλλάττωἀλλάξω
ἀλλαχθήσομαι
ἤλλαξα
ἠλλάχθην
ἤλλαχα
ἤλλαγμαι
ändern KT3zl26-382700ἀλλάττω
ἀλλήλων (Gen.) -οις, -αις, -οις
 -ους, -ας, -α
 nur in obliquen KasusReziprokpronomeneinanderParalleleDA1yPlPhaid59δ27028ἀλλήλων
ἀλλοῖος, α, ον s. ἄλλος + οἷος andersartig, anders beschaffen DA1zPlKrit45γ27038ἀλλοῖος
ἄλλος, η, ο (!)εἴ τις ἄλλος wenn überhaupt jemand sonst = wie kein andererἄλλος - ἄλλος der eine - der andere -- εἴ τις ἄλλος wenn überhaupt jemand sonst = wie kein andererεἴπερ τις πώποτε καὶ ἄλλος wenn auch  jemals sonst wer = wie kein andererein andererAllopathie (ein Heilverfahren)DA1_aoL01-27028ἄλλος
ἀλλότριοςἀλλοτρία, ἀλλότριονs. ἄλλος andern gehörig, fremdἀλλότρια πράγματα πράττειν für fremde Angelegenheiten sich einsetzenDA1_a_ozl13-012700ἀλλότριος
ἄλλωςAdv. zu ἄλλος ταῦτα ἄλλως λέγω das sage ich nur soanders, andernfalls; sonst, vergebens DPryPlPhaid11527,0033ἄλλως
ἀπαλλάττομαι MP
st.Aor.P
ἀπαλλάξομαι/ ἀπαλλαγήσομαιἀπηλλάγην/ ἀπηλλάχθηνἀπήλλαγμαιsich entfernen KT3_g_ttzl20-0127p060ἀπαλλάττομαι
ἀπαλλάττωἀπαλλάξω
ἀπαλλαγήσομαι
ἀπήλλαξα
ἀπηλλάχθην
ἀπήλλαχα
ἀπήλλαγμαι
entfernen, befreien P befreit werden; sich entfernen KT3_g_ttzl20-0127p060ἀπαλλάττω
διαλλάττωδιαλλάξω
διαλλαχθήσομαι
διήλλαξα
διηλλάχθην
διήλλαχα
διήλλαγμαι
veränder, eintauschεn; aussöhnen; M versöhnen KT3zl26-3827028διαλλάττω
συναλλάττω τινίσυναλλάξω
συναλλαχθήσομαι
συνήλλαξα
συνηλλάχθην
intr. συνηλλάγην
συνήλλαχα
συνήλλαγμαι
aussöhnen, vereinen; verkehren mit jdm; intr. sich aussöhnen KT3zl26-4327p020συναλλάττω
ἡ ἅλς, ἁλός3.Dekl.kons.-Stamms. ὁ ἅλς, ἁλός Salz MeerhalogenDS3_3_KT_fL02.362800ἅλς, ἁλός, ἡ
ὁ ἅλς, ἁλόςs. ἡ ἅλς, ἁλός Meer  SalzhalogenDS3_3_KT_mL02.362800ἅλς, ἁλός, ὁ
ἐνάλιος/ εἰν- ep. (2,3) s. ἡ ἅλς, ἁλός Meer im/ vom Meer DA1ep.HoHy628ep030ἐνάλιος
ἡ παραλία, ας ἡ ἅλς, ἁλός Meer Küstenstreifen DS1zl0F-0192800παραλία
τὸ ἄλφιτον, ου   (Gersten)mehl DS2zXenHell1.7.928,1p110ἄλφιτον
ἡ ἁμαξιτός (ὅδος) ἡ ἅμαξα Wagen Fahrstraße DS2zl24-1328,100ἁμαξιτός
ἁμαρτάνω
< ἁμαρτ-αν-ω √ ἁμαρτ-/ ἁμαρτη
ἁμαρτήσομαι
ἁμαρτηθήσομαι
ἥμαρτον
ἡμαρτήθην
ἡμάρτηκα
ἡμάρτημαι
etw. verfehlen;  einen Fehler begehen KT3_an_nzl09-05*29p060ἁμαρτάνω
ἡ ἁμαρτία, ας = τὸ ἁμάρτημα, τος  Irrtum, Fehler, Vergehen DS2_a_fzl08-1029p070ἁμαρτία
ἐξαμαρτάνω
< ἁμαρτ-αν-ω √ἁμαρτ-
ἁμαρτη-
ἐξαμαρτήσομαι
./.
ἐξήμαρτον
ἐξημαρτήθην
ἐξημάρτηκα
ἐξημάρτημα
fehlen, verfehlen KT3_αν-aor2zl12-0629p070ἐξαμαρτάνω
ἡμάρτανον1.Sg.Ind.Imp.Avon ἁμαρτάνω ich machte einen Fehler KT3_αν_νzl08-162900ἡμάρτανον
ἡ ἄμπελοςτῆς ἀμπέλουo-Dekl. fem. Weinstock, Wein DS2_o_fzl04-0532,100ἄμπελος
ἡ ἄμπυξ, κος ep.√ αγκ/αμπ krumm  Stirnband DS3ep.HoHy632,1ep030ἄμπυξ
ἀμύνω
ἀμύνομαι
ἀμυνῶ
ἀμυνοῦμαι
ἤμῡνα
ἠμυνάμην
ἤμυγκα
ἤμυσμαι
abwehren, helfen, M sich wehren, von sich abwehren KT4_nzl11-SFK133p070ἀμύνω
ἀμφότερος, η, ονKomp. zu ἄμφω  beiderseits; n. beides DS2zXenHell1.7.2833,1p120ἀμφότερος
ἀναγκάζωἀναγκάσω
ἀναγκσθήσομαι
ἠνάγκασα
ἠναγκάσθην
ἠνάγκακα
ἠνάγκασμαι
zwingen KT3_ζzl13-0234p0928ἀναγκάζω
ἀναγκαῖος, α, ον s. ἀνάγκη notwendig, nötig; verwandt DA1zl14-2434p020ἀναγκαῖος
ἡ ἀνάγκη, ης   Νοtlage DS1_a_fL03-563400ἀνάγκη
ὁ ἄνεμος, ου   WindAnemoneDS2yPlPhaid58β35p1027ἄνεμος
ἡ ἀνανδρία, ας ἀνδρεία Tapferkeit Feigheit DS1zPlKrit45γ36038ἀνανδρία
τὸ ἀνδράποδον, ου s. ἀνήρ, ποῦς Sklave, Menschenfüßiges DS2_o_nzl14-173600ἀνδράποδον
ἡ ἀνδρεία, ας s. ἀνήρ Männlichkeit, Tapferkeit DS1zl26-4036p020ἀνδρεία
ἀνδρεῖοςἀνδρεία, ἀνδρεῖονs. ἀνήρ mannhaft, tapfer DA1_aozl09-123600ἀνδρεῖος
ἡ ἀνδρωνῖτις, ιδος s. ἀνήρ Männergemach, -geschoss DS3zl17-1036p040ἀνδρωνῖτις
ὁ ἀνήρ, ἀνδρός, ἀνδρί, ἄνδραἄνδρες,, ἀνδρῶν,
ἀνδράσι, ἄνδρας
  MannandrogynDS3_3_erL02-1136p050ἀνήρ
τὸ ἄνθεμον/ ἀνθέμιον τὸ ἄνθος Blume Blume, BlüteChrysanthemeDS2ep.HoHy636,1ep030ἄνθεμον
ἀνθρώπειος, α, ον/ ἀνθρώπινος, η, ον/ ἀνθρωπικός, ή, όνs. ἄνθρωπος  menschlich DA1zPlKrit45γ37038ἀνθρώπειος
ὁ ἄνθρωπος, ου o-Dekl. MenschAnthropologieDS2_o_mzl02-06*3700ἄνθρωπος
ἀπάνθρωπος, ον s. ἄνθρωπος menschenleer; ungesellig, unfreundlich DA1_o2L04-063700ἀπάνθρωπος, ον
ἡ φιλανθρωπία, ας   Menschenliebe, FreundlichkeitPhilanthropDS1zXenHell1.7.1837p110φιλανθρωπία
ἀπαντάω τινίἀπαντήσω usw.s. ἐναντίον Gegenteil begegnen; treffen auf jdn. KT2zl21-0438p070ἀπαντάω
ἐναντίος, α, ον τινί   entgegengesetzt; Gegner  zl24-2338028ἐναντίος
κατάντης, κάταντες   abschüssig, herabgehend DA3zl24-383800κατάντης
ἀνάξιος, ον (2) s. ἄξιος unwürdig, unangemessen DA1_a_ozl13-043900ἀνάξιος
ἄξιος, α, ον (τινός) s. ἀξιόω wert, (einer Sache) würdig DA1_aozl08-08*39030ἄξιος
ἀξιόωἀξιώσω
ἀξιωθήσομσι
ἠξίωσα
ἠξιώθην
ἠξίωκα
ἠξίωμαι
für würdig halten; fordern, verlangen KT2_ozl09-KT4*39p020ἀξιόω
ἀπάξιος, ον (2) τινός s. ἄξιος unwürdig, unwert DA1Pl.Ep.VII,323d39p140ἀπάξιος
πρέπειπρέψειἔπρεψε(ν) es gehört sich ΚΤ3yPlPhaid61ε39030πρέπει
ἁπαλός, ή, όν   weich, jung; weichlich DA1ep.HoHy639,1ep030ἁπαλός
τὸ ᾠδεῖον, ου s. ᾄδω singen Odeon, Konzerthaus am Südhang der Akropolis DS2zl24-0139,100ᾠδεῖον
ἐξαπατάωἐξαπατήσω usws. ἀπάτη Betrug gänzlich betrügen, täuschen KT2_azXenHell1.7.2840p120ἐξαπατάω
ἀπειλέωἀπειλήσωἠπείλησαἠπείληκαdrohen, prahlen KT2_ezl12-134100ἀπειλέω
ἀνθάπτομαι (τινός) Mἀνθάψομαι
ἀνθαφθήσομαι
ἀνθηψάμην
ἀνθήφθην
ἀνθῆμμαι(seinerseits) angreifen, betreiben; tadeln KT3_bPl.Ep.VII,327e42p160ἀνθάπτομαι
ἅπτωἅψω
ἁφθήσομαι
ἥψα
ἥφθην
./.
ἧμμαι
(an)heften, (an)knüpfen;
M anfassen, berühren
haptisch; SynapseKT3_bzl19-0542p0536ἅπτω
ένάπτω, auch Mἐνάψω
ἐναφθήσομαι
ἐνῆψα
ἐνήφθην
./.
ἐνῆμμαι
anzünden KT3_bzl19-0542p050ένάπτω
ἐφάπτωἐφάψω
ἐφάφθήσομαι
ἐφῆψα
ἐφήφθην
./.
ἐφῆμμαι
anheften, anknüpfen;
M anfassen, berühren
haptisch; SynapseKT3_byPlPhaid117δ42036ἐφάπτω
καθάπτωκαθάψω
καθάφθήσομαι
καθῆψα
καθήφθην
./.
καθῆμμαι
anknüpfen; ergreifen
M τινός jdn. anreden;  (die Schuld) zuweisen
haptisch; SynapseKT3_bzXenHell1.6.3842p100καθάπτω
ἐναργής, ές s. ἀργός ep. schimmernd sichtbar, deutlich DS3zPlKrit43γ42,1037ἐναργής
τὸ ἀργύριον, ου s. ἄργυρος, ου Silber, SilbergeldL argentumDS2_o_nzl14-2143p070ἀργύριον
ὁ ἄργυροςτοῦ ἀργύρουo-Dekl. Silber DS2_o_mzl03-22*4300ἄργυρος
άργυροῦς, ᾶ, οῦνadj.contr.s. ἄργυρος silbern DA1_ao_contrzl08-DA1*4300ἀργυροῦς
φιλάργυρος, ον s. ἀργύριον geldliebend, geizig DA1_o2zl03-22*4300φιλάργυρος, ον
καταράομαι Mκαταράσομαι usw.κατάρα Fluch verfluchen, verwünschen KT2yPlPhaid116γ43,1034καταράομαι
ἀρεσκόντως s. ἀρέσκω befriedigend, wohlgefällig AdvL04-694400ἀρεσκόντως
ἀρέσκω
< ἀρε-σκ-ω
ἀρέσωἤρεσα
.
ἀρήρεκαversöhnen, zufrieden stellen; gefallen; P Beifall findenἀρεστός, ή, όν - gefällig, angenehm Verbaladj.1KT2_σκzl24-0844p150ἀρέσκω
ἡ ἀρετή, ῆς   Tüchtigkeit, Anstand DS1_a_fzl13-144400ἀρετή
ἁρμόττω/ ἁρμόζω
< ἁρμοδ-j-ω
ἁρμόσω
ἁρμοσθήσομαι
ἥρμοσα
ἡρμόσθην
ἥρμοκα
ἥρμοσμαι
zusammenfügenHarmonieKT3_ζL04-764800ἁρμόττω
ἔξαρνος, ον (2) s. ἀρνέομαι nein sagen leugnend, abstreitendἔξαρνός εἰμι ἀδικεῖν ich streite ab, Unrecht zu tunDA1zl20-1948,1p060ἔξαρνος
ἁρπάζω
< ἁρπάγ-jω
ἁρπάσω
ἁρπασθήσομαι
ἤρπασα
ἡρπάσθην
ἤρπακα
ἥρπασμαι
rauben, an sich reißen KT3l21-344900ἁρπάζω
διαχειροτονέωδιαχειροτονήσω usw.s. χείρ + τείνω;
διαχειροτονία
 durch Handaufheben abstimmen KT2zXenHell1.7.2849p120διαχειροτονέω
εἰσαρπάζω
< ἁρπάγ-jω
εἰσαρπάσω
εἰσαρπασθήσομαι
εἰσήρπασα
εἰσηρπάσθην
εἰσήρπακα
εἰσήρπασμαι
hineinschleppen KT3l21-3449p070εἰσαρπάζω
ἄρρην, εν (2)ἄρρενος  männlich DA2_3_nzl08-DA2*5000ἄρρην
ἡ ἀρχή, ῆς s. ἄρχωκαθ' ἀρχάς zu Anfang, zum 1. MalAnfang, Herrschaft, AmtErzengelDS1_a_fzl01-03*51p140ἀρχή, ῆς
ἄρχωἄρξω
ἄρξομαι (!)
ἦρξα
ἤρχθην
ἦρχα
ἦργμαι
herrschen; M anfangenarchaischKT3zl11-SFK15100ἄρχω
ὁ ἄρχων, οντος s. ἄρχω Herrscher, Befehlshaber, Beamter DS3zXenHell1.6.2451p090ἄρχων
ὑπάρχωὑπάρξωὑπῆρξαὑπῆρχαanfangen; vorhanden sein; zur Verfügung stehen;; begünstigen  KT3_gzl10-1851038ὑπάρχω
ἄσμενος, η ον   erfreut, gern DA1_aozl18-1752,1p050ἄσμενος
ἀσπάζομαι Mἀσπάσομαι usw. s. ἀσπάσιος begrüßen; lieb haben KT3ep.HoHy653ep0339ἀσπάζομαι
ἀσπάσιος, α, ον s. ἀσπάζομαι begrüßen(s. Ἀσπασία Geliebte des Perikles)erwünscht, willkommen, erfreut DA1ep.HoHy653ep030ἀσπάσιος
ἡ ἀσπίς, ίδος   der Schild DS4_3_dzl24-185400ἀσπίς
τὸ ἄστρον, ου o-Dekl. neutr. SternAstronomieDS2_o_nzl03-Sy02*5500ἄστρον
ἀστεῖος, α, ον s. ἄστυ städtisch, fein, witzig DA1_aozl12-155600ἀστεῖος
ἀστικός, η, ον s ἄστυ städtisch, gesittet DA1_aoL04-415600ἀστικός, η, ον
τὸ ἄστυ, εως   Stadt, Hauptstadt DS4_3_yzl08-DS3*5600ἄστυ
αὔλειος, ον (2) s. αὐλή zum Hof gehörigαὔλειος θύρα Hoftür (von der Straße)DA1_aozl20-0557p060αὔλειος
ἡ αὐλή, ης   Hof, Viehhof, StallAulaDS1_a_fL005700αὐλή, ης
αὐλίζομαι./.ηὐλίσθην./.im Freien lagern, biwakieren KT4zXenHell1.6.3557p100αὐλίζομαι
μέταυλος, ον (2) s. αὐλή zum Hof führendμέταυλος θύρα die Tür zum Hof (vom Haus aus)DA1zl20-0557p060μέταυλος
αὐξάνω
< αὐξ-αν-ω √ αὐξ/ -η-
αὐξήσω
αὐξηθήσομαι
ηὔξησα
ηὐξήθην
ηὔξηκα
ηὔξημα
vermehren, vergröße; stärken; verherrlichenL augereKT3_ανzl11-SFK15800αὐξάνω
αὔριον Adv. εἰς αὔριον bis morgenmorgen  Adv.zPlKrit43γ58,1037αὔριον 
αὐτόματος, ον (2) s. αὐτόςἀπὸ τοῦ αὐτομάτου - aus Zufallvon selbst, aus eigenem Antrieb; zufälligAutomatDA1zXenHell1.7.2859p120αὐτόματος
τὰ ἀφροδίσια, ων s. Ἀφροδίτη Liebesgenuss, Sex DS2Pl.Ep.VII,325d60,1p150ἀφροδίσια
ὁ ἀφρός, οῦ   Schaum DS2ep.HoHy660,1ep030ἀφρός
ἄχθομαι (τινί) MP
√ ἄχθ(εσ)-
ἀχθέσομαιἠχθέσθην./.bedrückt, ärgerlich unzufrieden sein mit jdm. KT3zl14-036100ἄχθομαι
ἐπαχθής, ές s. ἄχθος Last lästig, unangenehm DS3Pl.Ep.VII,327c61p15 ἐπαχθής
ἡ σεισάχθεια, ας τὸ ἄχθος Last;
s. ἄχθομαι
 Last-, Schuldenabschüttelung DS1zl0F-0106100σεισάχθεια
ἀναβαίνω < βα-ν-Ø-ω √ βα-/ βη-, √Αorἀναβήσομαιἀνέβην √Aor.ἀναβέβηκαhinaufsteigen; (als Redner) auftreten KT4_n_jzl21-0862p070ἀναβαίνω
βαδίζωβαδιοῦμαιἐβάδισαβεβάδικαgehen, hingehen KT3_ιζzl12-2062p040βαδίζω
βαίνω < βα-ν-Øω
√ βα-, βη-, √Αor
βήσομαιἔβην √Αorβέβηκαgehen, hingehen KT4_n_j,1zl17-1462p040βαίνω
ἡ διάβασις, εως s. διαβαίνω Übergang, Steg, Furt DS4zl25-196200διάβασις
εἰσβαίνω/ ἐμβαίνω < βα-ν-Øω √ βα-, βη-, √Αorεἰσβήσομαιεἰσέβην √Αorεἰσβέβηκαhineingehen, (ein Schiff) besteigen KT4_n_j,1zXenHell1.6.2462p090εἰσβαίνω
εἰσβιβάζω/ ἐμβιβάζωεἰσβιβάσω etc.s. εἰσβαίνω einsteigen lassen KT3zXenHell1.6.2462p09 εἰσβιβάζω
ὲκβαίνω s. βαίνω heraustreten KT4_n_j,2L03-936200ὲκβαίνω
καταβαίνω < βα-ν-Ø-ω √ βα-/ βη-, √Αorκαταβήσομαικατέβην √Αorκαταβέβηκαherabsteigen KT4_n_jzl17-1462p04 p020καταβαίνω
παραβαίνω < βα-ν-Øω
√ βα-, βη-, √Αor
παραβήσομαιπαρέβην √Αorπαραβέβηκαdaneben gehen, vorbeigehen; übertreten KT4_n_j,1zl17-1462p04 p020παραβαίνω
προσβαίνω  s. βαίνω herantreten KT4_n_j,3L03-99,076200προσβαίνω 
συμβαίνω < βα-ν-Øω
√ βα-, βη-, √Αor
συμβήσομαισυνέβην √Αorσυμβέβηκαzusammengehen, -treffen; sich ereignen  KT4_n_j,1yPlPhaid58α62p1527συμβαίνω
τὸ βάθος, ους s. βαθύς tief, hoch Tiefe, Höhe DS4zl24-196300βάθος
βαθύς, εῖα, ύ πρωίτατα/ πρωιαίτατα tief, hoch; gründlichὄρθρος βαθύς früher MorgenDA3zPlKrit43α*63037βαθύς
τὸ βένθος, ουςp3.Dekl.εσ-Stamm Tiefe DS4_3_esL02.3663,100βένθος, ους
ἀναβάλλω
< λ-Ø-ω  √ βαλ-, βλη-
ἀναβαλῶ
ἀναβληθήσομαι
ἀνέβαλον
ἀνεβλήθην
ἀναβέβληκα
ἀναβέβλημαι
hinauf-/zurückwerfen;
Μ aufschieben
 KT4_l,1zXenHell1.7.764p100ἀναβάλλω
ἀντιβολέω τινάἀντιβολήσω usw.  entgegengehen; bitten KT2zl21-2664p070ἀντιβολέω
ἀποβάλλω
< λ-Ø-ω  √ βαλ-/βλη-
ἀποβαλῶ
ἀποβληθήσομαι
ἀπέβαλον
ἀπεβλήθην
ἀποβέβληκα
ἀποβέβλημαι
wegwerfen; verlieren KT4_l,3zl22-196400ἀποβάλλω
βάλλω
< λ-Ø-ω  √ βαλ-, βλη-
βαλῶ
βληθήσομαι
ἔβαλον
ἐβλήθην
βέβληκα
βέβλημαι
werfen; Treffen ἀρχήν βάλλω Grund legen, Anfang setzenBallistikKT4_l,1zl11-SFK16400βάλλω
τὸ βέλος, ους s. βάλλω Geschoss; Pfeil DS4zl24-406400βέλος
διαβάλλω
< λ-Ø-ω  √ βαλ-, βλη-
διαβαλῶ
διαβληθήσομαι
διέβαλον
διεβλήθην
διαβέβληκα
διαβέβλημαι
verleumdendiabolisch, teuflischKT4_l,1zPlKrit43γ64037διαβάλλω
ἡ διαβολή, ῆς s. διαβάλλω Verleumdungdiabolisch, TeufelDS1Pl.Ep.VII,327e64p160διαβολή
ἡ ἐπιβολή, ῆς s. ἐπιβάλλω Angriff; Plan; Hülle; Ordnungsstrafe DS1zXenHell1.6.3864p100ἐπιβολή
καταβάλλω
< λØω  √ βαλ-/βλη-
καταβαλῶ
καταβληθήσομαι
κατέβαλον
κατεβλήθην
καταβέβληκα
καταβέβλημαι
niederwerfen, zu Boden strecken KT4_l,2zl21-2264p070καταβάλλω
μεταβάλλωμεταβαλῶ
μεταβληθήσομαι
μετέβαλον
μετεβλήθην
μεταβέβληκα
μεταβέβλημαι
ändern; sich ändern KT3_λλL02-1564p150μεταβάλλω
ἡ μεταβολή, ῆς s. μεταβάλλω Veränderung, Revolution DS1Pl.Ep.VII,323d64p140μεταβολή
παραβάλλω
< λ-Ø-ω  √ βαλ-/βλη-
παραβαλῶ
παραβληθήσομαι
παρέβαλον
παρεβλήθην
παραβέβληκα
παραβέβλημαι
danebensetzen, vergleichen; hinzuwerfen, hinbringen ParabelKT4_l,3L04-436400παραβάλλω
ἡ προβολή, ῆς s. προβάλλω Vorssprung, Bollwerk; vor-läufige Anklage beim Volk DS1zXenHell1.7.2864p120προβολή
προσβάλλω
< λ-Ø-ω  √ βαλ-, βλη-
προσβαλῶ
προσβληθήσομαι
προσέβαλον
προσεβλήθην
προσβέβληκα
προσβέβλημαι
dazuwerfen; intr. αnstürmenBallistikKT4_l,1zl22-136400προσβάλλω
ἡ ὑπερβολή, ῆς ὑπερβάλλω übertreffen Übergang, Übermaß; AufschubHyperbelDS1Pl.Ep.VII,325d64p150ὑπερβολή
τὸ βάραθρον, ου   Abgrund; Schindanger DS2zXenHell1.7.1864,1p110βάραθρον
τὸ βάρος, ους s. βαρύς schwer Schwere, Last, Bürde DS3yPlPhaid117β66035βάρος
βαρύνωβαρυνῶ
βαρυνθήσομαι
ἐβάρυνα
ἐβαρύθην
βεβάρυκα
βεβάρυμαι
beschweren, belästigen ΚΤ4yPlPhaid117δ66036βαρύνω
βαρύς, εῖα, ύ   schwer DA3zl23-Q6600βαρύς
ὁ βασιλεύς,τοῦ βασιλέως3.Dekl. y-Stamm KönigBasilikaDS4_3_yzl02-10*6700βασιλεύς
βασανίζωβασανιῶἐβασάνισα
ἐβασανίσθην
βεβασάνικα
βεβασάνισμαι
prüfen; verhören; foltern KT3_izzl19-2767,1p050βασανίζω
ἀβέλτερος, η, ον s. βελτιίων einfältig, dumm DA1_aozl12-136900ἀβέλτερος
βέλτιστοςβελτίστη, βέλτιστονSuperl. Zu ἀγαθόςs. βελτίωνbester, beste, bestes DA1_aozl06-106900βέλτιστος
βελτίων, βέλτιον (2)Gen. βελτίονοςKomp. zu ἀγαθός
Superl.: βέλτιστος
 besserer, bessere DA4_Kompzl06-1069p090βελτίων
βελτίων, ον Komp. zu ἀγαθόςs. βέλτιστος  besser DA2_3_n_KompL03-99,356900βελτίων, ον 
ἡ βία, ας s. βιάζομαι Gewalt, Frevel DS1_a_f_purSyGenV7000βία
βιάζομαι M
< βιαδjω
βιάσομαι
βιασθήσομαι
ἐβιασάμην
ἐβιάσθην
βεβίασμαι
βεβίασμαι
zwingen, erzwingen, Gewalt antun KT3_ζyPlPhaid61γ70030βιάζομαι
βίαιος, α, ον s. βία Gewalt gewalttätig DA1zl25-237000βίαιος
ἀναβιόω/ ἀναβιώκομαιἀναβιώσομαιἀνεβίωσα/ ἀνεβίων tr. wiederbeleben, intr. wieder aufleben ΚΤ2zPlKrit47α71039ἀναβιώκομαι
ὁ βίος, ου   Leben DS2_o_mL02-047100βίος, ου
ὁ βίος, ου o-Dekl. LebenBiologieDS2_o_mzl04-02*71029βίος, ου
βιόω/ βιοτεύω
Wurzel-Aorist (s. KT12)
βιώσομαιἐβίων Inf. βιῶναιβεβίωκα
βιωτός lebenswert
lebenBiologieKT2_KT12yPlPhaid114β71,0039βιόω
βλάπτω
< βλαβ-Øω
βλάψω
βλαβήσομαι
ἔβλαψα
ἐβλάβην/ ἐβλάφθην
βέβλαφα
βέβλαμμαι
schädigenBlaspemieKT3_τzl11-SFK17200βλάπτω
ἀποβλέπωἀποβλέψομαι
ἀποβλεφθήσομαι
ἀπέβλεψα
ἀπεβλέφθην
ἀποβέβλεφα
ἀποβέβλεμμαι
(bewundernd) hinschauen KT3yPlPhaid11573,0033ἀποβλέπω
βλέπωβλέψομαι
βλεφθήσομαι
ἔβλεψα
ἐβλέφθην
βέβλεφα
βέβλεμμαι
sehen, blicken KT3yPlPhaid59ε73028βλέπω
ἑλικοβλέφαρος, ον ep. s. tὸ βλέφαρον Lid mit beweglichen Lidern DS2ep.HoHy673ep030ἑλικοβλέφαρος
ὑποβλέπωὑποβλέψομαι
ὑποβλεφθήσομαι
ὑπέβλεψα
ὑπεβλέφθην
ὑποβέβλεφα
ὑποβέβλεμμαι
misstrauisch/ fest ansehen KT3yPlPhaid59ε73028ὑποβλέπω
βοάωβοήσομαι
βηθήσομαι
ἐβόησα
ἐβοήθην
βεβόηκα
βεβόημαι
rufen, schreien KT2zl17-1874p0428βοάω
βοηθέωβηθήσω usw.s. βοή Ruf + θέω helfen, beistehen KT2zl22-1074p090βοηθέω
βοηθός, όν (2) s. βοηθέω helfend; Helfer DA1Pl.Ep.VII,327e74p160βοηθός
ὁ βουλευτής, οῦ s. βουλή Ratsherr DS2zl0F-0217600βουλευτής
βουλεύω
βουλεύομαι
βουλεύσω
βουλευθήσομαι
ἐβούλευσα
ἐβουλεύθην
βεβούλευκα
βεβούλευμαι
Mitglied des Rats sein, raten; M sich beraten, bei sich überlegen, beschließen KT1L04-5376038βουλεύω
ἡ βουλή   Rat, Plan, Ratsversammlung DS1_a_fL04-5376038βουλή
ἐπιβουλεύωἐπιβουλεύσω usw. s. ἐπιβουλή Hinterhalt jem. nachstellen; P bedroht werden KT1zXenHell1.7.976p110ἐπιβουλεύω
προβουλεύωπροβουλεύσω usw.

 
  eine Beschlusssvorlage herstellen (in Athen von der βουλή für jede ἐκκλησία) KT1zXenHell1.7.776p1038προβουλεύω
συμβουλεύω τινίσυμβουλεύσω usw.s. συμβουλή Rat jdm. raten; M sich beraten KT1zXenHell1.7.976p110συμβουλεύω
βούλομαι ΜP
√ βουλ-, βουλη- 
βουλήσομαιἐβουλήθηνβεβούλημαιwollen  KT4_ηzl08-0177028βούλομαι
βραδύνωβραδυνῶἐβράδυναβεβράδυκαlangsam machen, verzögern; intr. zögern KT4-nL04-627900βραδύνω
βραδύς, εῖα, ύ   langsam; spät DA3_3_yL04-6279p140βραδύς
βραχύς, εῖα, ύβραχέος, είας, έος  kurz DA3_3_yL02-0480p100βραχύς, εῖα, ύ
ἄμβροτος, ον (2) ep.√ μορ-/ μρ-s. βροτός sterblich unsterblich, göttlich, heiligAmbrosiaDA1ep.HoHy680,1ep030ἄμβροτος
ἀναβρυχάομαι Μἀναβρυχήσομαι usw.  aufschreien, laut schreien KT2yPlPhaid117δ80,1035ἀναβρυχάομαι
ἡ βροντή, ῆς   Donner DS1zXenHell1.6.2480,1p090βροντή
ἐμβριθής, -ές s. βρίθω Gewicht haben fest; ernst, würdevoll DA3Pl.Ep.VII,327e80,1p160ἐμβριθής
ἐρίβωλος, ον (2) poet. s. ἡ βῶλος Scholle großschollig DA1zPlKrit43γ80,1037ἐρίβωλος
γαμέω γυναῖκα
γαμέομαι ἀνδρί Μ
√γαμε/ γαμ-, stAor
γαμῶ
γαμοῦμαι
ἔγημα
ἐγημάμην
γεγάμηκα
γεγάμημαι
eine Frau heiraten
einen Mann heiraten
monogamKT2_Aor2zl16-0182p030γαμέω
ἡ γαστήρ, τρός   MagenGastritis, GastronomieDS3_3_erlD8300γαστήρ
γειτνιάω s. γείτων Nachbar sein KT2L04-1183,100γειτνιάω
γείτων, ονος s. γειτνιάω benachbart; Nachbar DS3_3_on_bzl19-0483,1p050γείτων, ονος
γελάω √γελα(σ)-γελάσομαι
γελασθήσομαι
ἐγέλασα
ἐγελάσθην
γεγέλακα
γεγέλασμαι
lachen KT2zl18-2184p0528γελάω
γελοῖοςγελοία, γελοῖον  lächerlich, komisch DA1_aozl07-058400γελοῖος
ὁ γέλως, ωτος s. γελάω Glächter DS3yPlPhaid117α84,0034γέλως
τὸ κατάγελως, ωτος s. γελάω Spott, Hohnτὸ κατάγελως τῆς πράξεως das Lächerliche bei der SacheDS3zPlKrit45γ84038κατάγελως
ἀγεννής (2)ἀγεννέςs. γένος unedel, unwürdig DA3_3zl09-138500ἀγεννής
γέγονε(ν)3.Perf.Akt.s. γίγνομαι ist entstanden, existiert KT4_n_ηL01-128500γέγονε(ν)
γένεσις, εως s. γίγνομαι Ursprung, Zeugung, Entstehung DS3Pl.Ep.VII,323d85p140γένεσις
γενναῖος, α, ον  s. γενεά Abstammung adlig, edelmütig, tüchtig,  DA1yPlPhaid58ε85028γενναῖος
γένοιτο3.Sg.Aor.Opt.M.s. γίγνομαι dürfte (geworden) sein KT4_n_ηL04-208500γένοιτο
τὸ γένοςτοῦ γένους  Geschlecht, GattungGenealogie, genetischDS4_3_eszl08-DS3*8500γένος
τὸ γένος, ουςs. ἐγένετο  Geschlecht, GattungGenealogieDS4_3_esL02-3285azt020γένος
γίγνομαι/ γίνομαι Μ <γι-γν-ομαι  √ γεν-,  γον-,  γν-, γενη- γενήσομαι
 
ἐγενόμηνγεγένημαι/ γέγοναwerden, entstehenGenetik, GeneseKT4_n_ηzl09-03*85p040γίγνομαι Μ.
διαγίγνομαιδιαγενήσομαιδιεγενόμηνδιαγέγονα/
διαγεγένημαι
glücklich durchkommen, sich erhalten; vergehen ὁ χρόνος διεγένετο die Zeit vergingKT4_n_ηzl19-1185p050διαγίγνομαι
ἐγένετο Aorist zu γίγνομαι er/sie/es wurde, entstand KT4_n_ηL01-118500ἐγένετο
ἐπιγίγνομαιἐπιγενήσομαιἐπεγενόμηνἐπιγεγένομαι/ ἐπιγέγοναdazu kommen; eintreten; überfallenEpigoneKT4zl22-178500ἐπιγίγνομαι
παραγίγνομαι/ γίνομαι Μ <γι-γν-ομαι  √ γεν-,  γον-,  γν-, γενη- παραγενήσομαι
 
παρεγενόμηνπαραγεγένημαι/ παραγέγονα
 
dazukommen; eintreten; dabei sein  KT4_n_ηzl24-3085027παραγίγνομαι
ἡ συγγένεια, ας s. γένος (Bluts-)Verwandtschaft DS1zl25-218500συγγένεια
συγγενής, ές s. γένος mitgeboren; verwandt DA3zXenHell1.7.885p110συγγενής
συγγίγνομαι/ γίνομαι (τινί) Μ <γι-γν-ομαι  √ γεν-,  γον-,  γν-, γενη- συγγενήσομαι
 
συγεγενόμηνσυγγεγένημαι/ συγγέγοναzusammenkommen, Umgang haben mit jdm. KT4_n_ηyPlPhaid61δ85030συγγίγνομαι
εὐγενής, ές s. γένος edelgeboren DA3_3_eslD85,100εὐγενής
γεραιόςγεραιά, γεραιόνs. γέρων alt DA1_aozl08-DA18600γεραιός
γεραίρω τὸ γέρας Ehrengabe ehren, auszeichnen  KT4zXenHell1.7.2886p120γεραίρω
ὁ γέρων, οντος   Greis, AlterGerontologieDS3_3_ntzl05-01*8600γέρων
ἡ γέφυρᾰτῆς γεφύραςa-Dekl. α impurum Brücke DS1_a_f_impzl04-DS1a*87,100γέφυρᾰ
ἡ γαῖα, ας s. γῆς Erde DS1_a_f_purL02-2788azt020γαῖα, ας
ἡ γεωργία τῆς γεωργίαςa-Dekl. purum Ackerbau, Bearbeitung DS1_a_f_purzl04-118800γεωργία
ὁ γεωργός, οῦ o-Dekl. Landmann, Bauer; bäuerlichGeorgDS2_o_mzl048800γεωργός
ἡ γῆ, γῆςs. γεωργόςa-Dekl. Kontrakt. ErdeGeologie DS1_a_kontrzl04-DS1a*88030γῆ
ἡ μεσόγεια, ας μέσος + γῆ Binnenland DS1zl0F-0198800μεσόγεια
ἡ γέφυρᾰ, ας s. γεωργός beackern, bebauenGeorgKT2L04-0488,100γεωργέω
ὁ γίγας, αντος   RiesegigantischDS3_3_ntlD88,100γίγας, αντος
γλίχομαι M./../. an etwas kleben; verlangen KT3yPlPhaid117α88,1034γλίχομαι
ἡ γλῶττα, ης a-Dekl. α impurum Zunge, SprachepolyglottDS1_a_f_impzl04-DS1a9000γλώττα
ἡ θάλαττᾰ, ης   MeerThalasso-KurDS1_a_f_impzl04-DS1a90p090θάλαττᾰ
ἡ ἄγνοιατῆς ἀγνοίαςs. γιγνώσκω Unkenntnis, Unwissenheit DS2_a_fzl08-099100ἄγνοια
ἀγνωμονέωFut.: ἀγνωμονήσωs. γνώμη unverständig sein, unverständig handeln KT2zl09-1691p120ἀγνωμονέω
ἀναγιγνώσκω
< γι-γνω-(ι)σκ-ω
√ γνω- √Aor.
ἀναγνώσομαι
ἀναγνωσθήσομαι
ἀνέγνων
ἀνεγνώσθην
ἀνέγνωκα
ἀνέγνωσμαι
wiedererkennen; lesenAnagnorisis im klass. DramaKT1_skzl21-4691p070ἀναγιγνώσκω
γιγνώσκω < γι-γνω-(ι)σκ-ω √ γνω- √Aor.γνώσομαι
γνωσθήσομαι
ἔγνων √Αor
ἐγνώσθην
ἔγνωκα
ἔγνωσμαι
erkennen; kennen, wissen KT1_skzl04-02*91p0228γιγνώσκω
ἡ γνώμη, ης s. γιγνώσκωγνώμην γράφειν/ εἰσφέρειν einen Antrag einbringenSinn, Verstand, Einsicht; Meinung DS1_a_fzl09-13*91p020γνώμη
γνώριμος, ον (2) s. γνώμη bekannt, kenntlich, offenbar DA_1_m/nzl10-0191p140γνώριμος
καταγιγνώσκω
< γι-γνω-(ι)σκ-ω
√ γνω- √Aor.
καταγνώσομαι
καταγνωσθήσομαι
κατέγνων
κατεγνώσθην
κατέγνωκα
κατέγνωσμαι
bemerken, verachten; aussprechen; τινός τι jdn. verurteilen zu/ wegen KT1_skyPlPhaid116γ91,0p1134καταγιγνώσκω
ἡ συγγνώμη, ης  s. συγγιγνώσκωVerzeihung, Vergebung DS1zl20-1891p060συγγνώμη
τὸ γόνυ, ατος   KnieTrigonometrieDS3_3_tzl20-2592p060γόνυ
ἀπογράφωἀπογράψω
ἀπογραφήσομαι
ἀπέγραψα
ἀπεγράφην
ἀπογέγραφα
ἀπογέγραμμαι
aufschreiben, eintragen, anklagen; M ins Vermögensregister eintragen KT3zl14-179300ἀπογράφω
τὸ γράμμα, τος s. γράφωγράμματα, ων BriefBuchstabe, pl. LiteraturGrammophonDS3_3_tSyGenV93p110γράμμα
ἡ γραμματική (τέχνη) s. γράμμα Grammatik"Grammatik"DS1_a_fSyGenV9300γραμματική
γράφω
stAorP
γράψω
γραφήσομαι
ἔγραψα
ἐγράφην
γέγραφα
γέγραμμαι
schreiben; malenGrafik, FotografieKT3zl11-SFK19300γράφω
συγγράφω
stAorP
συγγράψω
συγγραφήσομαι
συνέγραψα
συνεγράφην
συγγέγραφα
συγγέγραμμαι
aufschreiben; einen Antrag/ Volksbeschluss einbringen KT3zXenHell1.7.993p110συγγράφω
ὁ γραμματικός, οῦ   GrammatikerGrammatikDS2_o_mL02-1793,100γραμματικός
ἡ γραῦς, γραός, γραί, γραῦν,γρᾶες, γραῶν, γραύσι(ν), γραῦς Greisin, Alte; Adj. greis, alt DS4_3_yzl11-06*93,100γραῦς
γυμνάζω
< γυμνάτ-Øω
γυμνάσω
γμνασθήσομαι
ἐγύμνασα
ἐγυμνάσθην
γεγὐμνακα
γεγύμνασμαι
jdn. trainieren, etw. üben;  M sich üben, trainierenGymnastikKT3_ζzl06-15*94039γυμνάζω
ὁ γυμνής, ῆτος s. γυμνός LeichtbewaffneterGymnastikDS3_3_tzl25-259400γυμνής
γυμνός, ή, όν s. γυμνάσιον nackt DA1_oazl21-2194p070γυμνός
τὸ γυμνάσιον, ου s. γυμνής Sportstätte, ÜbungGymnasiumDS2_o_nL0094,100γυμνάσιον, ου
γυναικεῖος, α, ον s. γυνή, γυναικός Frauen-, zur Frau gehörig DA1_aoyl32-159500γυναικεῖος
ἡ γυναικωνῖτις, ιδος s. γυνή Frauengemach DS3zl17-1095p040γυναικωνῖτις
ἡ γυνή, γυναικός, γυναικί, γυναῖκα,γυναῖκες, γυναικῶνγυναιξί, γυναῖκας FrauGynäkologieDS3_3_Ueberszl10-1795p0428γυνή
ἡ γυνή, γυναικός   FrauGynäkologieDS3_3_KT_fL04-149500γυνή, γυναικός
ὁ γύψ, πός   Geier DS3_3_plD95,100γύψ
δαιμόνιος, α, ον s. δαίμων göttlich, seltsam; unselig DS1zPlKrit43γ96037δαιμόνιος
ὁ δαίμων. oνοςs. εὐδαίμων  GottheitDämonDS3_3_nzl08-DS3*96037δαίμων
ἡ εὐδαιμονία, ας s. εὐδαίμων Glück  yPlPhaid11596,0033εὐδαιμονία, ας
εὐδαιμονίζω τινόςεὐδαιμονιῶηὐδαιμόνισα./.glücklich schätzen/ preisen wegen etw. KT4zPlKrit43β96037εὐδαιμονίζω
εὐδαίμων, ον (2)εὐδαίμoνοςs. δαίμων glücklich DA2_3_nzl08-DA2*96p1528εὐδαίμων
δάκνω √δακ-, δηκ-δήξομαι
δηχθήσομαι
ἔδακον
ἐδήχθην
δέδηχα
δέδηγμαι
beißen KT3zl26-4197p020δάκνω
δακρύωδακρύσω usw.τὸ δάκρυ Träne weinen KT1yPlPhaid59β98028δακρύω
καταδακρύωκαταδακρύσω usw.τὸ δάκρυ Träne beweinen KT1zl25-229800καταδακρύω
δανείζω
< δανειδjω
δανιῶ
δανείσθησοαμι
ἐδάνεισα
ἐδανείσθην
δεδάνεικα
δεδάνεισμαι
verleihen; Μ sich Geld leihen, borgen KT3SyGenV98,100δανείζω
ἡ δᾴς, δᾳδός = ep. δαίς, δαίδος s. δαίω anzünden Fackel DS4zl21-1798,1p070δᾷς
p ἐδαμάσσατο p3.Sg.Aor.M.zu δαμάζω zähmte, bändigte "zähmen"KT3L02-2398,1azt020ἐδαμάσσατο
ἀδεής, ές s. δείδω fürchten furchtlos, frech DA3zl22-0299028ἀδεής
ἀποδειλιάωἀποδειλιάσω usw.s. δειλός feige mutlos, feige sein ΚΤ2Pl.Ep.VII,327e99p160ἀποδειλιάω
δείδω
< δέδϜοØα √δϜει- / δϜoι-
δείσομιἔδεισαδέδοικα
(δέδια fürchte)
fürchtenδέδοικα μὴ οὺ KT3zl12-0399p120δείδω
δειλός, ή, όν s. δείδω furchtsam, feige; elend DA1_aozl12-139900δειλός
δεινός, ή, όν δϜει(σ)νός s. δείδω fürchten;
τὸ δέος Furcht
 furchtbar, schrecklich; gewaltig, tüchtig; erhabenDinosaurierDA1_aozl03-20*99p120δεινός
δεινότεροςδεινοτέρα, -ότερονo/a-Dekl. furchtbarer DA1_aozl03-20*9900δεινότερος
ἀδικέω τινάἀδικήσω
ἀδικήσομαι (!)
ἠδίκησα
ἠδικήθην 
ἠδίκηκα
ἠδίκημαι
jdm. unrecht tun;
jdn. kränken
 KT2_ezl12-06100p050ἀδικέω
ἄδικος, ον (2) s. δίκη ungerecht, unrechtmäßig, rechtswidrig  DA1_o2zl13-1310000ἄδικος
ἀποδείκνυμιἀποδείξω
ἀποδειχθήσομαι
ἀπέδειξα
ἀπεδείχθην
ἀποδέδειχα
ἀποδέδειγμαι
vorzeigen, aufweisen; zu etwas machen KA3_nyPl.Ep.VII,323d100p140ἀποδείκνυμι
ἡ ἀπόδειξις, εως   Beweis, Darstellung DS4_3_iyl32-2110000ἀπόδειξις
ἀποδικέωἀποδικήσωs. δίκη Prozess sich vor Gericht verteidigen KT2zXenHell1.7.9100p110ἀποδικέω
δείκνυμιδείξω
δειχθήσομαι
ἔδειξα
ἐδείχθην
δέδειχα
δέδειγμαι
zeigen KA3_nyzl15-01100p030δείκνυμι
δικάζωδικάσω
δικασθήσομαι
ἐδίκασα
ἐδικάσθην
δεδίκακα
δεδίκασμαι
richten, entscheidenδίκην δικάζω eine Rechtsache entscheiden - δίκην δικάζομαι (τινί) Μ gegen jdn. prozessierenKT3_ζzl13-0910000δικάζω
δίκαιος, α, ονs. δίκη  gerecht, richtig, angemessen DA1_aoL03-99,34110000δίκαιος
ἡ δικαιοσύνη, ης s. δίκαιος Gerechtigkeit, Rechtschaffenheit DS1_a_fzl13-1410000δικαιοσύνη
τὸ δικαστήριον, ου s. δικάζω richten Gericht(sgebäude) DS2yPlPhaid59δ100p1128δικαστήριον
ὁ δικαστής, οῦs. δίκη  Richter DS1_a_mzl13-0110000δικαστής
ἡ δίκη, ης s. δίκαιος Brauch, Recht; Prozess, Gerichtsverfahren; Strafe DS1_a_fzl13-09100027δίκη, ης
ἐπιδείκνυμιἐπιδείξω
ἐπιδειχθήσομαι
ἐπέδειξα
ἐπεδείχθην
ἐπιδέδειχα
ἐπιδέδειγμαι
vorzeigen; beweisen; schildern KA3_nyzl15-01100p070ἐπιδείκνυμι
ἡ ἄκρα, ας s. ἄκρος spitz, hoch Spitze, Vorgebirge, KapAkropolisDS1zXenHell1.6.24101p090ἄκρα
τὸ δεῖπνον, ου   (Haupt-)Mahlzeit (ca. 17:00) DS2_o_nzl10-17101p040δεῖπνον
δειπνοποιέομαι s. δεῖπνον sich ein Essen machen, speisen, essen KT2zXenHell1.6.24101p090δειπνοποιέομαι
συνδειπνέωσυνδειπνήσω usw.s. δεῖπνον zusammen speisen KT2zl21-06101p070συνδειπνέω
τὸ δῶμα, τος ep. s. δέμω bauen Haus, Wohnung; Saal DS3ep.HoHy6101,1ep030δῶμα
τὸ δένδρον, ου   BaumPhilodendronDS2_o_nL0010200δένδρον, ου
δεξιόομαι Mδεξιώσομαι usw. δεξιός rechter die Rechte geben KT2ep.HoHy6103ep030δεξιόομαι
δεξιός ά όν  || ἀριστερός linkerοἱ τὸ δεξιὸν ἔχοντες die auf dem rechten Flügel stehenrechter, e, esL dexter, DextroseDA1_aozl24-26103p090δεξιός ά όν 
δεῖ, δέῃ, δέοι, δεῖν, ἔδει - mit Inf./ aci
√ δεϜ-
δεήσειἐδέησενδεδέηκενes ist nötig; verneint: darf nicht seinπολλοῦ ἐδέησε es fehlte viel daran
τὰ δέοντα das Nötige, Pflicht 
KT2zl06-11*104p160δεῖ
δέομαι (τινός τι) MP
√ δεϜ(η)-
δεήσομαιἐδεήθηνδεδέημαιetw. brauchen, nötig haben; jdn. um etw. bitten KT2_ezl14-05104p120δέομαι
εἰς δέοντα καιρόν s. δεῖ zur rechten Zeit KT2zl09-1810400δεόν
ἡ ἔνδεια, ας (τινός) s. ἐνδεής bedürftig Mangel, Bedürftigkeit DS1Pl.Ep.VII,327e104p160ἔνδεια
προσδέομαι (τινός)προσδεήσομαιπροσεδεήθην προσδεδέημαιetw. zusätzlich brauchen, nötig haben KT2_ezl23-1910400προσδέομαι
ἀργύφεος/ ἄργυφος s. ὁ ἄργυρος Silber weiß (schimmernd) DS1ep.HoHy6104,1ep030ἀργύφεος
ἡ δειρή ep./ δέρη   Hals; Kehle DS1ep.HoHy6104,1ep030δειρή
ἱμερόεις, εσσα, εν ep. s. ἵμερος begehrenswert; lieblich DA3ep.HoHy6104,1ep030ἱμερόεις
ὁ ὅρμος, ου √σερ-   Schnur, Kette DS2ep.HoHy6104,1ep030ὅρμος
δέρω
√ δερ-, δ¥-  st.Aor.P
δερῶ
δαρήσομαι
ἔδειρα
ἐδάρην
./.
δέδαρμαι
schinden KT4_rzl21-99105p070δέρω
δεσπόζω
< δεσπότ-Øω
δεσπόσω
δεσποθήσομαι
ἐδέσποσα
ἐδεσπόθην
δεδέσποκα
δεδέσπομαι
herrschen, beherrschenDespotKT3_ζzl11-SFK110600δεσπόζω
ὁ δεσπότης, ου  s. δεσπόζωHausherr, HerrscherDespotDS1_a_mzl11-01*10600δεσπότης
δέχομαιδέξομαι
δεχθήσομαι
ἐδεξάμην
ἐδέχθην
δέδεγμαι
δέδεγμαι
annehmen; aufnehmen KT3ep.HoHy6107ep030δέχομαι
ὁ δεσμός, οῦ s. δέω Band, Fessel DS2yPlPhaid60γ108028δεσμός
δέω < δέØω Ιmpf. ἔδουν
δῶ, δεῖς, δεῖ, δοῦμεν
δήσω
δεθήσομαι
ἔδησα
ἐδέθην
δέδεκα
δέδεμαι
binden KT2_Ϝzl21-24108p070δέω
δέω < δέϜω τινός
δεῖς, δεῖ, δέομεν - ἔδεον
dazu: δεῖ u. δέομαι
δεήσωἐδέησαδεδέηκαentfernt sein, ermangeln, bedürfenὀλίγου δεῖν es fehlt wenig daran, beinaheKT2_Ϝzl25-21108p070δέω
συνδέω < δέjωσυνδήσω
συνδεθήσομαι
συνέδησα
συνεδέθην
συνδέδεκα
συνδέδεμαι
zusammenbinden; fesseln KT2_Ϝzl23-2410800συνδέω
τὸ δεσμωτήριον, ου s. δέω binden, fesseln Gefängnis DS2_o_nyPlPhaid57α108,1028δεσμωτήριον
ἄδηλος, ον s. δῆλος unbekannt, ungewiss DA1_o2L02-0410900ἄδηλος, ον
δῆλος, η, ον s. ἄδηλος οffenbar, klar DA1_aozPlKrit43γ109037δῆλος
δηλόωδηλώσω usw.s. δῆλος offenbar offenbaren, beschreiben;
intr. offenbar werden
 KT2yPlPhaid114γ109,0031δηλόω
ἡ ἀδηλότης, τος  s. δῆλος Unbekanntheit, Ungewissheit DS3_3_d_fL02-04109,100ἀδηλότης, τος 
ἀποδημέωἀποδημήσω usw.s. δῆμος Volk verreist sein; Aor. Verreisen KT2yPlPhaid61ε110030ἀποδημέω
ἡ ἀποδημία, ας s. ἀποδημέω Reise; Aufenthalt in der Fremde DS1yPlPhaid61ε110030ἀποδημία
δημεύωδημεύσω usw.s. δημοσιεύω veröffentlichen; konfiszieren KT1zXenHell1.7.18110p110δημεύω
ὁ δῆμος, ου   Volk, Volksherrschaft, GemeindeDemokratieDS2_o_mzl05-DS2*11000δῆμος
δημοσιεύωδημοσιεύσω usw.s. δῆμος Volk sich dem Staate widmen; konfiszieren ΚΤ4zXenHell1.7.9110p110δημοσιεύω
δημόσιος, α, ον s. δῆμος Volkδημοσίᾳ öffentlich, im Namen des Staatesoffiziell, staatlich τὸ δημόσιον öffentlicher BesitzDA1_aoyPlPhaid58β*110p1127δημόσιος
δημώδης, ες   =δῆμος + εἵδος volkstümlich; gewöhnlich DA2yPlPhaid61α110029,2δημώδης
ἐπιδημέωἐπιδημήσω usw.s. δῆμος Volk daheim sein; zugereist seinEpidemieKT2zl21-14110p0730ἐπιδημέω
πανδημεί s. πᾶς, δῆμος mit dem ganzen Volk/ Heer Advzl26-43110p020πανδημεί
διαιτάομαι MP s. δίαιτα Kost; Lebensweise; Aufenthalt  ein Leben führen, lebenDiätKT2yPlPhaid114γ111,0032διαιτάομαι
διαιτάωδιαιτήσω
διαιτηθήσομαι
διῄτησα
διῃτήθην
διῄτηκα
διῄτημαι
am Leben erhalten; M leben, sich aufhaltenDiätKT2zl17-15111p0430διαιτάω
διακονέω τινίδιακονήσωἐδιακόνησα usw.s. διάκονοςjdm. dienen, aufwartenDiakonKT2_ezl19-26111,1p050διακονέω
διδάσκω
< δι-δαχ-(ι)σκ-ω √ δαχ-
διδάξω
διδαχθήσομαι
ἐδίδαξα
ἐδιδάχθην
δεδίδαχα
δεδίδαγμαι
lehren, darstellen, belehrenAutodidakt, DidaktikKT3_σκzl04-1211200διδάσκω
ἀποδίδωμι
√ δω-, δο- / δίδω-, δίδο- 
ἀποδώσω
ἀποδοθήσομαι
ἀπέδωκα
ἀπεδόθην
ἀποδέδωκα
ἀποδέδομαι
zurückgeben, bezahlen; übergeben KA1zl24-45113035ἀποδίδωμι
διδούς, οῦσα, ούνδιδόντος, διδούσηςvon δίδωμι ich gebe gebend, einer der gibtDosis, L dareKA1zl10-0111300διδούς
δίδωμι
√ δω-, δο- / δίδω-, δίδο- 
δώσω
δοθήσομαι
ἔδωκα
ἐδόθην
δέδωκα
δέδομαι
gebenDosis, L dareKA1zl17-18113p040δίδωμι
δίδωμι, δίδως, δίδωσι(ν), δίδομεν, δίδοτε, διδόασι(ν)athemat. VerbgebenDosis, L dareKA1zl17-19113p040δίδωμι
δός/ δότε2.Sg./Pl.Imp.Aor.A von δίδωμιathemat. VerbgibDosis, L dareKA__miSF-23011300δός
τὸ δῶρον, ου   GeschenkDorothea (Gottgeschenk)DS2_o_nL0011300δῶρον, ου
ἐπιδίδωμι
√ δω-, δο- / δίδω-, δίδο- 
ἐπιδώσω
ἐπιδοθήσομαι
ἐπέδωκα
ἐπεδόθην
ἐπιδέδωκα
ἐπιδέδομαι
hinzugeben, hinzufügen; (intr.:) zunehmen, wachsen KA1zl24-47113p150ἐπιδίδωμι
μετεδίδουν1.Sg.Impf.A von μεταδίδωμιathemat. Verbich habe mitgeteilt,  teilnehmen lassen KA__miSF-22111300μεταδίδωμι
παραδίδωμι
√ δω-, δο- / δίδω-, δίδο- 
παραδώσω
παραδοθήσομαι
παρέδωκα
παρεδόθην
παραδέδωκα
παραδέδομαι
übergeben, überlassen KA1zl16-10113p030παραδίδωμι
προδίδωμι
√ δω-, δο- / δίδω-, δίδο- 
προδώσω
προδοθήσομαι
προέδωκα
προεδόθην
προδέδωκα
προδέδομαι
heraus-, preisgeben, verraten; αufgeben KA1zl24-45113p0238προδίδωμι
ὁ προδότης, ου s. προδίδωμι Verräter DS1zXenHell1.7.18113p110προδότης
διώκωδιώξω/ διώξομαι
διωχθήσομαι
ἐδίωξα
ἐδιώχθην
δεδίωχα
δεδίωγμαι
verfolgen; (vor Gericht) verklagen Kt3_gzl23-08115028διώκω
καταδιώκωκαταδιώξω,
καταδιωχθήσομαι
κατεδίωξα
κατεδιώχθην
καταδεδίωχα
καταδεδίωγμαι
verfolgen; fortjagen Kt3_gzl25-1911500καταδιώκω
ἀπροσδόκητος, ον  = ἀ + πρός + δοκ- unerwartet; ahnungslos DA1_aozl18-07116p040ἀπροσδόκητος
δοκεῖ μοι  s. δοκέωδοκεῖν μοι (abs.Inf.) meines Erachtenses scheint mir gut, ich glaube, ich beschließeDogmaKT2L03-99,1811600δοκεῖ μοι 
δοκέω
< δοκ-έ-ω
δόξω
./.
ἔδοξα
./.
./.
δέδογμαι
meinen, scheinenDogma δοκεῖ es scheint gut, man beschließtKT3_g_εzl08-14*116p100δοκέω
δοκῶ μοι    intr.+Inf. Ich glaube KT2L04-4711600δοκῶ
ἡ δόξᾰ, ης a-Dekl. α impurum Meinung, Ruf, Ruhm, Ehre DS1_a_f_impzl04-DS1a116p1438δόξα
δοξάζωδοξάσωἐδόξασα./.meinen, vermuten KT3zPlKrit45γ116p1638δοξάζω
ἡ εὐδοκία, ας NT s. δοκέω Wohlwollen, Wohlgefallen DS1_a_f_purL01-03116,100εὐδοκία, ας NT
τὸ δόρυ, ατος   Speer DS3_3_tlD11800δόρυ
ὁ δοῦλος, ου   Sklave DS2_o_mzl02-12* 11900δοῦλος
δράωδράσωἔδρασα
ἐδράσθην
δέδρακα
δέδραμαι
tun; vollbringen; verübenDramaKT2zPlKrit47α120039δράω
ἀποδιδράσκω √δρα-ἀποδράσομαιἀπέδραν (√Aor)ἀποδέδρακαfortlaufen; entfliehen KT2_sk_ayl32-99121p100ἀποδιδράσκω
δραπετεύωδραπετεύσω usw.s. ἀποδιδράσκω davonlaufen, ausreißen KT1zl24-4212100δραπετεύω
ἡ ἀδυναμία, ας s. δύναμαι Unvermögen DS1zXenHell1.7.28122p120ἀδυναμία
ἀδύνατος, ον (2) s. δυνατός machtlos, unfähig, kraftlos; unmöglich DA1_aozl06-02*12200ἀδύνατος
δύναμαι MP
Impf. ἠδυνάμην
δυνήσομαιἐδυνήθην/  ἠδυνήθην/ ἐδυνάσθηνδεδύνημαιkönnen (vgl. Dynamit, dynamisch)ὡς δύναμαι ἀκριβέστατα wie ich es am genausten kann, so genau ich kannKA2zl15-15122p0327δύναμαι
δυνάμενος, η, ονMPs. δύναμις einer, der kanndynamischKAL04-0312200δυνάμενος
ἡ δύναμις, εως s. δυνατός Κraft, MachtDynamik, DynamitDS4_3_izl24-4112200δύναμις, εως
δυναστεύωδυναστεύσω usw.s. δυνάστης Machthaber herrschenDynastieKT1Pl.Ep.VII,326b122p150δυναστεύω
δυνατός, ή, όν s. δύναμαι mächtig, fähig, kräftig; möglichDynamit, DynamikDA1_aozl06-02*12200δυνατός
ἀνασκοπέωἀνασκέψομαιἀνεσκεψάμην betrachten, erwägen KT2yPlPhaid116β123,0034ἀνασκοπέω
δύομαι M δύσομαιἔδῡν √Aor.δέδῡκαuntertauchen, versinkenἡλίου δεδυκότος nach SonnenuntergangKT2zl21-02123p070δύομαι
αἱ δυσμαί, ῶν s. δύω Sonnenuntergang, Westen DS1yPlPhaid61ε123030δυσμαί
δύωδύσω
δυθήσομαι
ἔδυσα
ἐδύθην
δέδυκα
δέδυμαι
tauche, versenke KT2zl21-02123p0730δύω
καταδύομαι M καταδύσομαικατέδῡν √Aor.καταδέδῡκαuntergehen, versinken KT2zXenHell1.6.35123p100καταδύομαι
ἐάω Impf. εἴωνἐάσω
./.
εἴασα
εἰάθην
εἴακα
εἴαμαι
lassen, zulassen, in Ruhe lassen KT2zl09-13*125027ἐάω
ἐγγυάω τινάἐγγυήσω usw.s. ἐγγύηἐγγυᾶσθε με μένειν bürgt dafür, dass ich bleibesich verbürgen für jdn.; M τινά für jdn. Bürgschaft leisten; für jdn. bürgen